Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

“Just rock and roll with lipstick on”*




* Σύμφωνα με τον ίδιο τον David Bowie, 
όταν ρώτησε τον John Lennon πώς του 
φαίνεται η δουλειά του, εκείνος απάντησε:
«It`s great, but it's just rock and roll with lipstick on».
(Μτφρ: Είναι σπουδαίο, αλλά είναι απλά ροκ εντ ρολ με κραγιόν).


Το κλισέ που λέγεται σχετικά με τον David Bowie είναι ότι είναι ένας μουσικός χαμαιλέοντας ο οποίος προσαρμόζει τον εαυτό του αναλόγως την εκάστοτε μόδα και τάσεις. Αν και μία τέτοια κριτική είναι πολύ γλαφυρή, δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση ότι ο Bowie επέδειξε μία αξιοθαύμαστη ικανότητα στην διορατική αντίληψη των μουσικών τάσεων την περίοδο ακμής του, την δεκαετία του 1970. Έχοντας υπάρξει ως mod [1] αρκετά χρόνια στα τέλη των '60 και ως ένας πολύπλευρος καλλιτέχνης-διασκεδαστής των music hall, ο Bowie επανεφηύρε τον εαυτό του ως έναν hippie τραγουδιστή/τραγουδοποιό. Πριν το ξεπέταγμα του το 1972, ηχογραφούσε έναν proto-metal δίσκο και ένα pop/rock άλμπουμ, καταλήγοντας να επανακαθορίσει το glam rock με την αμφιλεγόμενη σεξουαλικά περσόνα του ως Ziggy Stardust. Ο Ziggy έκανε τον Bowie έναν διεθνή σταρ, όμως εκείνος δεν ήταν ικανοποιημένος στο να επαναλαμβάνει απλώς το glitter rock. Στα μέσα των '70, ανέπτυξε μία απογυμνωμένη, εκλεπτυσμένη εκδοχή της  Philadelphia soul την οποία ονόμασε «plastic soul» και η οποία τελικά μετασχηματίστηκε στην αλλόκοτη avant-pop του 1976 με το άλμπουμ του «Station to Station». Όχι πολύ αργότερα, εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου ηχογράφησε τρία πειραματικά άλμπουμ ηλεκτρονικής μουσικής με τον Brian Eno. Κατά την αυγή των '80s, ο Bowie ήταν ακόμα στην ακμή του, αλλά με την μεγάλη εμπορική επιτυχία του dance-pop άλμπουμ «Let's Dance», που ακολούθησε το 1983, βυθίστηκε σιγά-σιγά στη μετριότητα πριν «διασώσει» την καριέρα του στις αρχές της δεκαετίας του '90. Ακόμα και όταν ήταν εκτός μόδας στα '80s και στα '90s, ήταν ξεκάθαρο πως, καλώς ή κακώς, ο Bowie ήταν ένας από τους πιο επιδραστικούς μουσικούς της rock. Κάθε μία από τις φάσεις του στα '70s πυροδότησε έναν αριθμό μουσικών υποκατηγοριών, συμπεριλαμβανομένων της punk, της new wave, της goth rock, των new romantics και της electronica. Πολλοί λίγοι rockers είχαν ποτέ τέτοιο διαρκή αντίκτυπο.
Μετά την κυκλοφορία του «Space Oddity», ο Bowie ξεκίνησε να αναπτύσσει την πιο διάσημη έκτοτε ενσάρκωσή του, τον Ziggy Stardust: Έναν ανδρόγυνο, αμφιφυλόφιλο ροκ σταρ από άλλον πλανήτη. Πριν την αποκάλυψη του Ziggy, ο Bowie είχε δηλώσει σε μία συνέντευξή του τον Ιανουάριο του 1972 στη βρετανική εβδομαδιαία μουσική εφημερίδα Melody Maker ότι ήταν ομοφυλόφιλος, βοηθώντας να κινηθεί το ενδιαφέρον σχετικά με το επερχόμενο άλμπουμ του. Έχοντας πάρει το σύνθημα από το stylish glam rock του Bolan, ο Bowie έβαψε το μαλλί του πορτοκαλί και άρχισε να φοράει γυναικεία ρούχα. Αποκαλούσε τον εαυτό του «Ziggy Stardust», και την μπάντα του, τους: Ronson, Woodmansey και τον μπασίστα Trevor Bolder, «the Spiders from Mars». Το άλμπουμ «The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars» του 1972 και οι πολυτελείς θεατρικές συναυλίες έκαναν αίσθηση σε όλη την Αγγλία και βοήθησαν τον Bowie να γίνει ο μόνος glam rocker που αναρριχήθηκε σε μία θέση στις Η.Π.Α.
Το άλμπουμ «Pin Ups» το 1973 ήταν το έβδομό του και το τελευταίο με τους «The Spiders from Mars». Η γυναίκα που εμφανίζεται στο πλευρό του David Bowie στο εξώφυλλο του δίσκου ήταν η Twiggy, το supermodel των 60s, σε μία φωτογραφία που πήρε ο τότε της μάνατζερ, ο Justin de Villeneuve.



Μετά την διάλυση των «Ziggy Stardust and the Spiders from Mars», το θεματικό άλμπουμ του Bowie «Diamond Dogs», το οποίο ήταν ένα πάντρεμα του μυθιστορήματος «1984» του Τζωρτζ ‘Οργουελ και ενός glam μετά-αποκαλυπτικού οράματος του ίδιου του Bowie, κυκλοφόρησε το 1974. Αν και δέχτηκε κακές κριτικές, παρήγαγε το hit single «Rebel Rebel», με το οποίο αποχαιρετούσε επιτυχώς το κίνημα glam που τον έκανε διάσημο. Κατά την διάρκεια της περιοδείας για την υποστήριξη του «Diamond Dogs», ο Bowie άρχισε να συναρπάζεται από την μουσική soul. Έτσι, κατέληξε να επανασχεδιάσει ολόκληρο το show του για να αντικατοπτρίσει την νέα του «plastic soul». Διαμόρφωσε την ορχήστρα του σε μία μπάντα Philly soul και άλλαξε την εικόνα του, χρησιμοποιώντας ραφιναρισμένα, stylish ρούχα. Η αλλαγή εξέπληξε τους οπαδούς του, όπως έκανε και το διπλό άλμπουμ του «David Live», το οποίο συμπεριλάμβανε υλικό ηχογραφημένο κατά την περιοδεία του 1974.
Το «Young Americans», το οποίο κυκλοφόρησε το 1975, ήταν αποτέλεσμα της καλλιέργειας της εμμονής του Bowie με την soul και έγινε η πρώτη του επιτυχία με ανάμειξη μουσικών υφών. Έφτασε στην κορυφή του αμερικάνικου Top Ten και κατόρθωσε να φτάσει στο νούμερο 1 των Η.Π.Α. με το «Fame», ένα τραγούδι που δημιούργησε μαζί με τον John Lennon και τον Carlos Alomar. Ο Bowie εγκαταστάθηκε στο Los Angeles, όπου κέρδισε τον πρώτο του ρόλο στην ταινία του Nicolas Roeg, «The Man Who Fell to Earth» (1976). Στο L.A., ηχογράφησε το άλμπουμ «Station to Station», το οποίο πήγε την «πλαστική ψυχή» (plastic soul) του «Young Americans» σε πιο σκοτεινή και avant-garde χρωματισμένη κατεύθυνση, και ήταν επίσης μία μεγάλη επιτυχία, αφού από εκεί προήλθε και το Top Ten single «Golden Years». Το άλμπουμ εγκαινίασε την νέα περσόνα του κομψού «Thin White Duke» και αντικατόπτρισε την αυξανόμενη παράνοια του Bowie η οποία τροφοδοτούταν από την χρήση κοκαΐνης. Σύντομα, αποφάσισε πως το Los Angeles ήταν πολύ βαρετό και επέστρεψε στην Αγγλία. Σύντομα, μετά την επιστροφή του, χαιρέτισε το πλήθος που τον περίμενε με ναζιστικό χαιρετισμό, σημάδι της προοδευτικής απομάκρυνσής του από την πραγματικότητα που οφειλόταν στα ναρκωτικά. Το περιστατικό προκάλεσε τεράστια αναστάτωση και ο Bowie άφησε την Αγγλία για να μείνει στο Βερολίνο, όπου έζησε και συνεργάστηκε με τον Brian Eno.
Στο Βερολίνο, ο Bowie έμεινε νηφάλιος και ξεκίνησε την ζωγραφική και τις σπουδές στην Τέχνη. Επίσης ανέπτυξε μία γοητεία για την γερμανική ηλεκτρονική μουσική, για την οποία με την βοήθεια του Eno δημιούργησαν το πρώτο τους άλμπουμ μαζί, το «Low», το 1977. Ήταν μία εντυπωσιακή μίξη ηλεκτρονικής, pop, και avant-garde τεχνικής. Παρά τις σύγχρονές του ανάμικτες κριτικές, αποδείχτηκε ένα από τα πιο επιδραστικά άλμπουμ του τέλους των '70s, όπως και το επόμενο από αυτό, το «Heroes». Μετά από ένα διάστημα έντονης καλλιτεχνικής δημιουργίας κατά το οποίο συνεργάστηκε με τον Iggy Pop και ως ηθοποιός με την Marlene Dietrich και την Kim Novak, επέστρεψε στις συναυλίες το 1978, ξεκινώντας μία παγκόσμια περιοδεία η οποία ηχογραφήθηκε στο διπλό άλμπουμ «Stage». Το 1979, ο Bowie και ο Eno ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν το «Lodger» στη Νέα Υόρκη, στη Σουηδία και στο Βερολίνο. Lodger υποστηρίχτηκε με διάφορα καινοτόμα βίντεο, όπως το «Scary Monsters» του 1980 και ακόμα τα:  «DJ», «Fashion», «Ashes to Ashes», τα οποία έγιναν ορόσημα στο νέο τότε MTV.
Το «Scary Monsters» ήταν το τελευταίο του άλμπουμ στη δισκογραφική εταιρεία RCA και έκλεισε την πιο καινοτόμα και παραγωγική του περίοδο.
Συνοπτικά αναφέρουμε τα εξής ορόσημα στη καριέρα του έκτοτε:

  • Το 1980 ανεβάζει, στο Broadway, μέσα σε διθυραμβικές κριτικές, το Elephant man. Δύο χρόνια αργότερα εμφανίζεται στις ταινίες The hunger, Merry Christmas Mr. Lawrence, ενώ συνέθεσε και το βασικό θέμα της ταινίας Cat People. 
  • Το 1982 κυκλοφορεί η συλλογή «Changes two bowie» και το 1983 υπογράφει συμβόλαιο με την εταιρεία EMI, στην οποία κυκλοφόρησε το album «Let's dance», σε παραγωγή Nile Rodgers (Chic). Ακολούθησε (1984) το άλμπουμ «Tonight», η συμμετοχή του στο Live Aid, η Glass Spider περιοδεία του (με επικεφαλής κιθαρίστα τον Peter Frampton), ένα ντουέτο του με τον Mick Jagger ενέργειες που διατηρούσαν ζωντανή την εικόνα του στο κοινό του, σ' όλη την διάρκεια των 80's.
  • Το 1994 συνεργάζεται και πάλι με τον Brian Eno, στο concept άλμπουμ «Outside» και 
  • το 1996 ξεκινά μία περιοδεία στην Αμερική, μαζί με τους Nine Inch Nails, Neil Young και Pearl Jam. Ακολουθεί το νέο του τραγούδι «Little wonder» και το album «Earthling». Το Earthling για κόμη μία φορά στη καριέρα του παρουσιάζει καινοτόμες μουσικές φόρμες και ύφη, αυτή τη φορά ηχογραφώντας ήχους drum nbass
  • Το 1997 κυκλοφορεί, μαζί με τον Brian Eno, το τραγούδι "I'm afraid of Americans", που πρωταγωνίστησε στα Αμερικάνικα charts για περισσότερους από τρείς μήνες, με το video clip να εμφανίζει τον Trent Renzor να κυνηγά τον Bowie στους δρόμους του Greenwich village. Τόσο οι ίδιοι οι Nine Inch Nails, όσο και οι Smashing Pumpkins και Marilyn Manson τον τοποθετούν στην κορυφή των επιρροών τους, ενώ ο Bowie κατόρθωσε να διεισδύσει και στο κινηματογραφόφιλο κοινό της Αμερικής, εμφανιζόμενος στην ταινία Basquiat, δίπλα στους Gary Oldman, Christopher Walken, Dennis Hopper, υποδυόμενος τον Andy Warhol.
  • Τον Ιανουάριο του 1997, γιόρτασε τα 50 του γενέθλια, με μία φανταστική εμφάνισή του στο Madison Square Garden της Νέας Υόρκης, με την συμμετοχή των φανατικών φίλων και οπαδών του Lou Reed, Sonic Youth, Robert Smith, Billy Corgan, Foo Fighters, Frank Black. Πάντα πρωτοπόρος, κυκλοφόρησε, μέσω του internet, το τραγούδι "Telling lies".
  • Τον ίδιο χρόνο του απονεμήθηκε το τιμητικό doctorate στην μουσική, από το φημισμένο Berklee College of Music, της Βοστώνης. Ανάλογη τιμητική διάκριση είχαν δεχθεί στο παρελθόν ονόματα όπως B.B. King, Sting, James Taylor, Dizzy Gillespie, Quincy Jones. Τον Οκτώβριο κυκλοφόρησε το άλμπουμ "Hours", 23ο στην δισκογραφική του καριέρα, επιστρέφοντας στους ήχους της εποχής του "Hunky dory".
  • Τον Φεβρουάριο του 2006 στην απονομή των βραβείων Grammy του δίδεται βραβείο για τη συνολική του προσφορά στη μουσική.

Ο Bowie, εδώ και τόσα χρόνια, κυριαρχεί στο μουσικό προσκήνιο, παρουσιάζοντας πάντα εφευρετικά τραγούδια, αδιαφορώντας και αγνοώντας κάθε μουσικό ύφος και τάση, συνδυάζοντας συχνά ασύμβατες μεταξύ τους φόρμες. Με την ίδια ευκολία που «δημιουργεί» έναν χαρακτήρα, με την ίδια ακριβώς ευκολία τον αποβάλλει, τον επαναπροσδιορίζει και επανατοποθετείται. Από το ταπεινό folk ξεκίνημά του, τη δόξα που του προσέφερε η εικόνα του Ziggy Stardust, μέχρι στην γοητεία που του αποδόθηκε ως Thin White Duke, συνέχεια συνεχίζει να μας εντυπωσιάζει και να μας συναρπάζει με κάθε του κίνηση.





[1] Mod (< modernist) είναι μία υποκουλτούρα που προήλθε από το Λονδίνο στα τέλη των 50s και κορυφώθηκε κατά τις αρχές έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Στα σημαντικά στοιχεία της mod κουλτούρας συμπεριλαμβάνονται η μόδα στα ρούχα (κυρίως τα κοστούμια sur mesure), η αφρο-αμερικάνικη μουσική soul, η τζαμαϊκανική ska, η βρετανική μουσική beatRnB και τα δίκυκλα, scooter. Μία αναβίωση της mod συντελέστηκε στα τέλη των 70s στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου